Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Τελειότητα και πληρότητα




Ν. Λυγερός

Πολύ συχνά θεωρούμε ότι αυτός που είναι ευτυχισμένος είναι αυτός που είναι πλήρης. 

Τα μαθηματικά έχουν λύσει αυτό το πρόβλημα από το 1931, δεν υπάρχει πληρότητα. Είναι μάλιστα το θεώρημα της μη πληρότητας. 

Το άλλο που λέμε πολύ συχνά είναι ότι "εμείς είμαστε άνθρωποι και δεν είμαστε τέλειοι". Μα δεν λέει κανένας ότι είμαστε τέλειοι, αλλά γιατί να θεωρήσουμε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να παράγουν τελειότητα; Άρα σίγουρα ο Αρχιμήδης δεν ήταν τέλειος, αλλά ότι βρήκε το π, αυτό είναι τέλειο και δεν μπορούμε να πούμε τίποτα άλλο. 

Η ιδέα λοιπόν είναι όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε τίποτα, μπορούμε όμως να παράγουμε ένα έργο. Πώς; Ποιο είναι το σχήμα; Το σχήμα είναι πάρα πολύ απλό, έχει σχέση με το ψηφιδωτό. Όταν έχετε μια ψηφίδα μόνη της είναι μονόχρωμη. 

Όταν βάλετε πολλές ψηφίδες μονόχρωμες, όλες δημιουργούν ένα ψηφιδωτό το οποίο είναι πολύχρωμο. Άμα ρωτήσετε σε κάθε ψηφίδα ποιος έχει πολυχρωμία; Κανένας. Είναι μόνο και μόνο λόγω τοποθέτησης μέσα στον χώρο, και στο χρόνο στην συνέχεια, που δημιουργείται κάτι που είναι πολύχρωμο. Το οποίο δεν υπήρχε στην οντότητα σε επίπεδο μονάδας. Αυτό σημαίνει τι. Είναι ακριβώς όπως το έκανε και ο Leibniz όταν μίλαγε για τη μοναδολογία. 

Η μονάδα μερικές φορές είναι τόσο σημαντική που δεν καταλαβαίνουμε κάτι πάρα πολύ απλό, ότι μπορεί η δυάδα, η τριάδα κλπ να έχουν ιδιότητες που δεν μπορεί να έχει η μονάδα. 

Άρα όταν δίνουμε μεγάλη σημασία στην μονάδα και θεωρούμε ότι αυτό είναι η πανάκεια, είναι σίγουρα μερικές ιδιότητες που δεν υπάρχουν πια και δεν έχουν νόημα.


http://lygeros.org/articles?n=15990&l=gr

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Γιατί η φύση “επέλεξε” τη κβαντική φυσική, ως μέθοδο συμπεριφοράς;


Ένα από τα αναπάντητα ερωτήματα της φυσικής
 είναι γιατί η φύση «επέλεξε» την κβαντική φυσική ως μέθοδο συμπεριφοράς.


Σε νέα έρευνα του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης [An information-theoretic principle implies that any discrete physical theory is classical], οι Corsin Pfister και Stephanie Wehner διατυπώνουν μία νέα αρχή που ενδεχομένως να απαντήσει αυτό το ερώτημα.

Γνωρίζουμε ότι τα αντικείμενα
 που ακολουθούν τους κβαντικούς κανόνες, όπως τα άτομα, τα ηλεκτρόνια, ή τα φωτόνια που συνθέτουν το φως, δεν εμφανίζουν πάντα συνηθισμένη συμπεριφορά. 


Για παράδειγμα μπορούν να υπάρχουν σε περισσότερα από ένα σημεία την ίδια στιγμή, ή να αλλάζουν ταυτόχρονα κατάσταση ανεξαρτήτου απόστασης, όπως στο φαινόμενο της κβαντικής σύμπλεξης. Όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν επιβεβαιωθεί σε πειράματα, αποδεικνύοντας ότι η θεωρία είναι σωστή. Όμως θα ήταν ακόμα πιο κατανοητά αν μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι η ίδια η κβαντική φυσική προέκυψε από κάποιες «διαισθητικές» βασικές αρχές.

Η ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν
 
περιγράφει πώς τίποτα δεν μπορεί να ταξιδέψει γρηγορότερα από το φως. Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να καθορίσει την κβαντική φυσική ως το μόνο τρόπο συμπεριφοράς για τη φύση. Οι Πφάιστερ (Pfister) και Βένερ (Wehner) πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει μια νέα χρήσιμη αρχή. «Έχουμε βρει μια αρχή που είναι πολύ αποτελεσματική στο να αποκλείει άλλες πιθανές θεωρίες», δήλωσε ο Πφάιστερ.

Με λίγα λόγια, η αρχή υπαγορεύει ότι αν μια μέτρηση δε δίνει καμία πληροφορία, τότε το σύστημα που μετράται δεν έχει διαταραχθεί.

Οι κβαντικοί φυσικοί δέχονται ότι η απόκτηση πληροφοριών από κβαντικά συστήματα προκαλεί διαταραχή.
 Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι σε έναν λογικό κόσμο, θα ισχύει επίσης το αντίστροφο. Εάν δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα από τη μέτρηση ενός συστήματος, τότε δεν το σύστημα δεν έχει διαταραχθεί.

Η αρχή φέρνει στο μυαλό το περίφημο παράδοξο της γάτας του Σρέντινγκερ,
 ένα υποθετικό πείραμα στο οποίο μια γάτα σε ένα κλειστό κουτί υπάρχει ταυτόχρονα σε δύο καταστάσεις, σε μια αναλογία της κβαντικής υπέρθεσης. Σύμφωνα με την κβαντική θεωρία είναι πιθανό ότι η γάτα είναι και νεκρή και ζωντανή, μέχρι τη στιγμή όπου η κατάσταση της γάτας «μετριέται» από το άνοιγμα του κουτιού.

Όταν το κιβώτιο ανοίξει,
 επιτρέποντας την υγεία της γάτας να μετρηθεί, η υπέρθεση καταρρέει και η γάτα καταλήγει να είναι οριστικά νεκρή ή ζωντανή. Επομένως, η μέτρηση έχει διαταράξει το σύστημα (γάτα), γεγονός το οποίο αποτελεί γενική ιδιότητα των κβαντικών συστημάτων.

Η ερευνητική ομάδα έδειξε
 ότι η αρχή αυτή αποκλείει a priori διάφορες άλλες θεωρίες. Επισημαίνουν συγκεκριμένα ότι μια κατηγορία θεωριών που οι ίδιοι αποκαλούν «διακριτές», είναι ασυμβίβαστες με την αρχή. Οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι τα κβαντικά σωματίδια μπορούν να έχουν μόνο ένα πεπερασμένο αριθμό καταστάσεων, και δεν επιλέγουν από ένα άπειρο, συνεχές εύρος δυνατοτήτων. 

Μία παρόμοια διακριτότητα στο χωροχρόνο, όπου η υφή του σύμπαντος αποτελείται από μικροσκοπικά κομμάτια και δεν είναι μια ομαλή, συνεχής οντότητα, έχει προταθεί και από αρκετές άλλες κβαντικές βαρυτικές θεωρίες.

Οι Πφάιστερ και Βένερ επισημαίνουν ότι ακόμα δεν απαντήθηκε ολοκληρωτικά το μεγάλο ερώτημα, καθώς και άλλες θεωρίες, συμπεριλαμβανομένης της κλασσικής φυσικής, είναι συμβατές με την αρχή που διατύπωσαν. Ωστόσο η έρευνα τους θα δώσει την κατάλληλη ώθηση ώστε στο μέλλον, άλλες παρόμοιες αρχές να αποκλείσουν με τη σειρά τους τις υπόλοιπες θεωρίες πλην της κβαντικής.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Κβαντική φυσική και φιλοσοφία


Κατά την παραδοσιακή ή νευτώνεια φυσική, κάθε φαινόμενο της φύσης πρέπει να εξηγείται κατά τρόπο μηχανιστικό, δηλαδή ως αποτέλεσμα μιας αιτίας. H αιτιοκρατική και μηχανιστική αυτή αντίληψη της παραδοσιακής φυσικής κορυφώθηκε με τον ισχυρισμό του Laplace, σύμφωνα με τον οποίο όχι μόνο μπορούμε να γνωρίσομε την παρούσα φάση του σύμπαντος, αλλά, βάσει των κατάλληλων μετρήσεων, είμαστε σε θέση να γνωρίζομε και τη μελλοντική του κατάσταση (αιτιοκρατία).

Μία άλλη θεμελιώδης έννοια της παραδοσιακής φυσικής είναι η θεωρία για την αντικειμενικότητα της ύλης. Κατά την ατομική θεωρία του Dalton, ορισμένως, τα πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση μας ως συνθέσεις συμπαγών ατόμων.

H κβαντική φυσική – μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ιστορία της επιστήμης της φυσικής, που έλαβε την ονομασία της από τα κβάντα, με τα οποία αποδίδεται η στοιχειώδης ποσότητα εκπεμπόμενης ακτινοβολίας, και διαμορφώθηκε μέσω των ερευνών του Louis de Broglie, του Werner Heisenberg, του Paul Dirac και του Neils Bohr - αναίρεσε, μεταξύ άλλων, τα παραπάνω χαρακτηριστικά της παραδοσιακής φυσικής.

Έτσι, στο πλαίσιο της κβαντικής φυσικής, υποστηρίχθηκε ότι, εν αντιθέσει προς την έννοια της αντικειμενικότητας της ύλης, στοιχειώδη σωματίδια, όπως τα φωτόνια, τα ηλεκτρόνια και τα κουάρκς, δεν υφίστανται ως πράγματα, ως υλικά στοιχεία, αλλά ως κυματοδέσμη με δυναμικό χαρακτήρα.

Αυτό σημαίνει ότι ο υλικός κόσμος δεν απαρτίζεται, όπως υπέθεσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής φυσικής, από άτμητα υλικά άτομα αλλά ότι βρίσκεται σε ένα διαρκές καθεστώς άπειρων και εύπλαστων δυνατοτήτων.

Κατ’ αντιδιαστολή προς την άποψη της αιτιοκρατίας, εξάλλου, ο Heisenberg διατύπωσε την αρχή της απροσδιοριστίας, σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατον να επισημανθούν επακριβώς τα χαρακτηριστικά ενός υποσωματιδίου σε μία δεδομένη στιγμή χωρίς να αλλάξουν την επόμενη. Και τούτο, γιατί η ίδια η διαδικασία της παρατήρησης, μέσω της οποίας, π.χ., μετρούμε μία ιδιότητα ενός φωτονίου, αλλάζει κάποια άλλη του ιδιότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο παρατηρητής παρεμβαίνει στη φύση του παρατηρούμενου αντικειμένου.

H ερμηνεία αυτή προβλήθηκε από τα μέλη της λεγόμενης σχολής της Κοπεγχάγης και ιδιαίτερα από τον αρχηγό της Bohr. Άμεση συνέπεια της ερμηνείας αυτής ήταν η κατάρριψη της άποψης της αιτιοκρατίας. Επειδή δεν μπορούμε να προσδιορίσομε τις ιδιότητες των υποσωματιδίων, παρά μόνον αφού έχομε ήδη παρέμβει στη φύση των ιδιοτήτων αυτών μέσω της παρατήρησης, έπεται ότι δεν μπορούμε να προβλέψομε τις μελλοντικές των κινήσεις.

O Αϊνστάιν δεν δέχθηκε την αντιρεαλιστική αυτή θέση. «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια», αναφώνησε αναφερόμενος στην ερμηνεία του Bohr. «Μην λες στο Θεό τι να κάνει και τι να μην κάνει!», λέγεται πως ήταν η πληρωμένη απάντηση του Bohr στον Αϊνστάιν.

O Bohr, ο οποίος αντιλαμβανόταν το σύμπαν ως ένα διαρκώς ανοικτό ορίζοντα πιθανοτήτων και δυνατοτήτων, επέμεινε στην άποψη του αυτή παρά τους ισχυρισμούς του Αϊνστάιν για το αντίθετο. 

Κλασικό, εν προκειμένω, είναι το νοητό πείραμα του Αυστριακού φυσικού Erwin Schrodinger, γνωστό ως η γάτα του Σρέντινγκερ. Σύμφωνα με το πείραμα αυτό, μία γάτα βρίσκεται σε ένα απολύτως σκοτεινό κουτί, το οποίο συνδέεται με ένα μηχανισμό αποτελούμενο από ένα μετρητή Γκάιγκερ, μία φιάλη δηλητηρίου και ελάχιστη ποσότητα ραδιενεργού υλικού.


Οι πιθανότητες να συμβεί κάποια διάσπαση ενός ατόμου του ραδιενεργού υλικού είναι 50%. Αν συμβεί τούτο, τότε θα ενεργοποιηθεί ο μετρητής, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια ο μηχανισμός να σπάσει το φιαλίδιο και να δηλητηριαστεί η γάτα. Αν δεν συμβεί η διάσπαση, δεν θα απελευθερωθεί το δηλητήριο και η γάτα θα εξακολουθεί να ζει.

O Σρέντινγκερ υποστήριξε ότι, από την πλευρά της κβαντικής θεωρίας, μέχρι ο παρατηρητής να ανοίξει το κουτί και να διαπιστώσει την έκβαση του φαινομένου, η γάτα δεν είναι ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Έως τότε, όμως, καμιά πρόβλεψη ως προς το αν η γάτα είναι ζωντανή ή νεκρή δεν μπορεί να υποστηριχθεί.

Προκειμένου να ελέγξει τη θεωρία της απροσδιοριστίας, ο Αϊνστάιν διεξήγαγε το γνωστό νοητό πείραμα EPR, το οποίο έλαβε την ονομασία αυτή από τα αρχικά των τριών επιστημόνων που συμμετείχαν σε αυτό -του Αϊνστάιν [Einstein], του Podolsky και του Rosen. 

Το πόρισμα του πειράματος αυτού ήταν πως ένα υποσωματίδιο μπορεί να επιδρά σε ένα άλλο υποσωματίδιο, που στην αρχή ήταν μαζί και χωρίστηκαν οπότε βρίσκονται μακριά το ένα από το άλλο. Ακόμη και αν φαινομενικά ουδεμία σύνδεση υπάρχει μεταξύ των σωματιδίων, εν τούτοις μπορούν να επιδρούν το ένα επί του άλλου (φαινόμενο διεμπλοκής).


Έτσι, αίρεται κάθε μορφής αιτιοκρατία, αφού τα κβαντικά φαινόμενα εξηγούνται, μόνον εάν πολλές και διαφορετικές διαδικασίες συμβαίνουν ταυτόχρονα χωρίς αιτιακή εξάρτηση της μιας από την άλλη. Κατά τον Μπορ, οι φιλοσοφικές συνέπειες της ερμηνείας των κβαντικών φαινομένων από τη σχολή της Κοπεγχάγης υπήρξαν τόσο εντυπωσιακές, όσο εκείνες της κοπερνίκειας επανάστασης. Το γεγονός ότι ο παρατηρητής μετέχει μέσω της διαδικασίας της παρατήρησης στα αποτελέσματα των μετρήσεων σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχομε ακριβείς μετρήσεις των φυσικών φαινομένων.

Έτσι, υποστηρίχθηκε μία νέα μορφή αγνωσιαρχίας, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μία αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά υφίστανται πολλές μορφές πραγματικότητας εξαρτημένες από το πρόσωπο που τις μετρά και τις λογίζεται.

O φυσικός Hugh Everett διατύπωσε το 1957 τη θεωρία των πολλών ή παράλληλων συμπάντων θεμελιώνοντας στην κβαντική φυσική την υπόθεση του Λάιμπνιτς για τους δυνατούς κόσμους, ότι δηλαδή ο κόσμος εντός του οποίου ζούμε δεν είναι ο μόνος κόσμος που μπορεί να υπάρχει. H θεωρία των παράλληλων κόσμων παραπέμπει σε ριζοσπαστικές ερμηνείες, όπως ότι, παράλληλα προς το δικό μας σύμπαν, θα μπορούσε θεωρητικά να υπάρχει και ένα άλλο σύμπαν όμοιο με το δικό μας, από όπου, όμως, μπορεί να απουσιάζει η ζωή, επειδή οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν.

Τέτοιες υποθέσεις αντιμετωπίζονται μεν από πολλούς φυσικούς επιστήμονες και φιλοσόφους με σκεπτικισμό, πλην όμως ερεθίζουν το στοχασμό και δημιουργούν νέα ερωτήματα για την υφή του κόσμου και τη σχέση του ανθρώπου προς τον τελευταίο αυτό.
Από το «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Θ. Πελεγρίνη